quale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

ύστερος 17ος αιώνας: quale < λατινικά, ουδέτερο του qualis ‘ποιού-του τάδε (που αφορά) είδους/τύπου’

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈkweɪli/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

quale (en) ενικός
qualia πληθυντικός
(φιλοσοφία)

  • μια ποιότητα ή ιδιότητα όπως γίνεται αντιληπτή ή βιώνεται από κάποιον
    • το αντίλημμα απ' την φιλοσοφική σκοπιά ή την νευροεπιστημονική όταν εξετάζονται τυχόν μικροδιαφορές μεταξύ ατόμων για ίδιο (η πανομοιότυπο) ερέθισμα
  • μια ιδιότητα, θεωρούμενη ανεξάρτητα από συγκεκριμένα αντικείμενα



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

quale (it)

  1. οποίος
  2. ποιος

Μόριο[επεξεργασία]

quale (it)

  1. σαν