quell

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

quell (en)

  1. καταπνίγω, αποτρέπω επανάσταση
  2. καθησυχάζω