καταπνίγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αποπνίγω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπνίγω < αρχαία ελληνική καταπνίγω < κατά + πνίγω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική étouffer)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταπνίγω (παθητική φωνή: καταπνίγομαι)

  1. καταστέλλω (για εξέγερση, αντίδραση κ.λπ.)
  2. κρύβω, δεν κάνω φανερό (συναίσθημα κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]