réductionnisme

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
réductionnisme réductionnismes

réductionnisme (fr) αρσενικό

  • τάση να ελαττώνεται η εμβέλεια ενός σχεδίου