rénové
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | rénové | rénovés |
| θηλυκό | rénovée | rénovées |
Επίθετο
[επεξεργασία]rénové (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | rénové | rénovés |
| θηλυκό | rénovée | rénovées |
rénové (fr)