Μετάβαση στο περιεχόμενο

radiateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
radiateur < radiation

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
radiateur radiateurs

radiateur (fr) αρσενικό

  1. το καλοριφέρ, θερμαντικό σώμα
  2. η ψύκτρα
  3. το ψυγείο (αυτοκινήτου)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη rai