ram

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ram, RAM

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ram (en)

  1. το κριάρι
  2. ο πολιορκητικός κριός