rappel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rappel rappels

rappel (fr) αρσενικό

  1. η υπενθύμιση
  2. το άθλημα καταρρίχησης
  3. η μετάκληση
  4. η ανάκληση
  5. η ανάμνηση