recto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

οι δύο όψεις ενός βιβλίου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
recto rectos

recto (fr) αρσενικό

  1. η πρώτη όψη ενός φύλλου χαρτιού

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]