remake

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

remake < re + make

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

remake

  1. ξανακάνω
  2. το ριμέικ