retirement
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| retirement | retirements |
retirement (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συνταξιοδότηση, η αποχώρηση από την εργασία και η παύση της επαγγελματικής δραστηριότητας, συνήθως λόγω ηλικίας· το χρονικό σημείο κατά το οποίο γίνεται αυτό
The money will continue to earn interest tax-free until your retirement.
- Τα χρήματα θα συνεχίσουν να αποφέρουν τόκο αφορολόγητα μέχρι τη συνταξιοδότησή σας.
At 60, he was now approaching retirement.
- Στα 60 του πλησίαζε πλέον τη συνταξιοδότηση.
What is the retirement age in the US?
- Ποια είναι η ηλικία συνταξιοδότησης στις ΗΠΑ;
Kostas went into retirement.
- Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.
- (μη μετρήσιμο, ενικός) στη σύνταξη, η περίοδος της ζωής μετά τη συνταξιοδότηση, συνήθως λόγω ηλικίας
Up to a third of one’s life is now being spent in retirement.
- Μέχρι και το ένα τρίτο της ζωής ενός ανθρώπου περνά πλέον στη σύνταξη.
He provided for a comfortable retirement by selling the business.
- Εξασφάλισε μια άνετη ζωή στη σύνταξη πουλώντας την επιχείρησή του.
We all wish you a long and happy retirement.
- Σου ευχόμαστε όλοι μια μακρά και ευτυχισμένη ζωή στη σύνταξη.
He came out of retirement to work again.
- Βγήκε από τη σύνταξη για να εργαστεί ξανά.
- (μη μετρήσιμο) η αποχώρηση από ένα συγκεκριμένο είδος επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και η περίοδος της ζωής που ακολουθεί
He announced his retirement from politics yesterday.
- Ανακοίνωσε χθες την αποχώρησή του από την πολιτική.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
retirement στην αγγλική Βικιπαίδεια
