Μετάβαση στο περιεχόμενο

retirement

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
retirement retirements

retirement (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συνταξιοδότηση, η αποχώρηση από την εργασία και η παύση της επαγγελματικής δραστηριότητας, συνήθως λόγω ηλικίας· το χρονικό σημείο κατά το οποίο γίνεται αυτό
    παράδειγμα  The money will continue to earn interest tax-free until your retirement.
    Τα χρήματα θα συνεχίσουν να αποφέρουν τόκο αφορολόγητα μέχρι τη συνταξιοδότησή σας.
    παράδειγμα  At 60, he was now approaching retirement.
    Στα 60 του πλησίαζε πλέον τη συνταξιοδότηση.
    παράδειγμα  What is the retirement age in the US?
    Ποια είναι η ηλικία συνταξιοδότησης στις ΗΠΑ;
    παράδειγμα  Kostas went into retirement.
    Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.
  2. (μη μετρήσιμο, ενικός) στη σύνταξη, η περίοδος της ζωής μετά τη συνταξιοδότηση, συνήθως λόγω ηλικίας
    παράδειγμα  Up to a third of one’s life is now being spent in retirement.
    Μέχρι και το ένα τρίτο της ζωής ενός ανθρώπου περνά πλέον στη σύνταξη.
    παράδειγμα  He provided for a comfortable retirement by selling the business.
    Εξασφάλισε μια άνετη ζωή στη σύνταξη πουλώντας την επιχείρησή του.
    παράδειγμα  We all wish you a long and happy retirement.
    Σου ευχόμαστε όλοι μια μακρά και ευτυχισμένη ζωή στη σύνταξη.
    παράδειγμα  He came out of retirement to work again.
    Βγήκε από τη σύνταξη για να εργαστεί ξανά.
  3. (μη μετρήσιμο) η αποχώρηση από ένα συγκεκριμένο είδος επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και η περίοδος της ζωής που ακολουθεί
    παράδειγμα  He announced his retirement from politics yesterday.
    Ανακοίνωσε χθες την αποχώρησή του από την πολιτική.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • retirement στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια