rhyme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rhyme (en)

  1. στίχος, ποίηση
  2. ομοιοκαταληξία, ρίμα
  3. λέξη που ομοιοκαταληκτεί με μια άλλη

rhyme (en)

  1. ομοιοκαταληκτώ, ριμάρω
  2. σχηματίζω ομοιοκαταληξίες