riposte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/rɪˈpɒst/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

riposte (en)


  1. (μεταφορικά) εύστοχη λεκτική αντεπίθεση, αποστομωτική ανταπάντηση, έξυπνη-εύστοχη-αποστομωτική απάντηση, πληρωμένη απάντηση (δεν αφορά χρηματική πληρωμή αλλά σημαίνει καίρια απόκρουση σπίλωσης), και αντίνυξη (μεταφορικά),αντικρούω λόγια, αποκρούω
    • Συνώνυμα: witty retort, counterattack
  2. απόκρουση στην ξιφασκία, αντίνυξη, αντιξιφισμός, αντεπίθεση
    • Συνώνυμα: fencing move, counterattack