riso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

riso < λατινική orȳza για το φυτό & risus για τον καρπό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

riso (it)

  1. (γαστρονομία) ο καρπός ρύζι
  2. (βοτανική) το φυτό ρύζι