rudeness
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- rudeness < μέση αγγλική rudenesse. Μορφολογικά αναλύεται σε rude + -ness
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η αγένεια
Her beauty cannot compensate for her rudeness.
- Η ομορφιά της δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αγένεια της.