Μετάβαση στο περιεχόμενο

ŝirkolekti

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από s'irkolekti)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ŝirkolekti < ŝir- + kolekti
ρήμα ŝirkolekti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ŝirkolektas ŝirkolektanta ŝirkolektata
αόριστος ŝirkolektis ŝirkolektinta ŝirkolektita
μέλλοντας ŝirkolektos ŝirkolektonta ŝirkolektota
υποθετική ŝirkolektus - -
προστακτική ŝirkolektu - -

ŝirkolekti (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sxirkolekti, shirkolekti, s'irkolekti