salsa

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

salsa (en)

  1. (γαστρονομία) καυτερή σάλτσα, ειδικά στη μεξικάνικη μαγειρική
  2. ο χόρος σάλσα

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

salsa (es)

  1. (γαστρονομία) σάλτσα
  2. ο χόρος σάλσα

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

salsa (it)

  1. (γαστρονομία) σάλτσα