Μετάβαση στο περιεχόμενο

sandstorm

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sandstorm sandstorms

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sandstorm < sand + storm

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sandstorm (en)