sapin
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sapin | sapins |
sapin (fr) αρσενικό
- το έλατο
| ενικός | πληθυντικός |
| sapin | sapins |
sapin (fr) αρσενικό