savon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sa.vɔ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

savon (fr)

Savon de Marseille : σαπούνι Μασσαλίας.

Il lui a passé un savon : τον κατσάδιασε.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

savonner, savonnage