κατσαδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατσαδιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κατσαδιάζω

μαλώνω, επιπλήττω
Με κατσάδιασε επειδή έπαιζα με το κινητό την ώρα του μαθήματος 
κάνω έντονη παρατήρηση σε κάποιον, μαλώνω με έντονο τρόπο
" Η προπονήτρια κατσάδιασε τον αθλητή της, λόγω επανειλημμένης ανυπακοής του, στις συμβουλές της για την ασφάλειά του . " 

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

κατσάδιασμα κατσάδα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]