Μετάβαση στο περιεχόμενο

sawmill

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sawmill sawmills

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sawmill (en)