Μετάβαση στο περιεχόμενο

sceptique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɛp.tik/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sceptique sceptiques

sceptique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sceptique sceptiques

sceptique (fr) αρσενικό ή θηλυκό