seno

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ισπανικά (es) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

seno (es) αρσενικό

Συνώνυμα[edit]

Ιταλικά (it) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
seno seni

seno (it) αρσενικό

Συνώνυμα[edit]