setter

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

setter < set + -t- + -er

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsɛt.ə/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

setter (en)

  1. κάποιος που θέτει, που βάζει
  2. (ζωολογία) σέτερ
  3. (αθλητισμός) (βόλεϊ) πασαδόρος