Μετάβαση στο περιεχόμενο

similarité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
similarité similarités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

similarité (fr) θηλυκό