simulé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | simulé | simulés |
| θηλυκό | simulée | simulées |
Επίθετο
[επεξεργασία]simulé (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | simulé | simulés |
| θηλυκό | simulée | simulées |
simulé (fr)