sismographique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sismographique | sismographiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]sismographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| sismographique | sismographiques |
sismographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό