Μετάβαση στο περιεχόμενο

slink

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας slink
γ΄ ενικό ενεστώτα slinks
αόριστος slunk, slinked, slank
παθητική μετοχή slunk, slinked, slank
ενεργητική μετοχή slinking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

slink (en)