sneeze
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sneeze | sneezes |
sneeze (en)
- το φτάρνισμα
I stifled a sneeze.
- Έπνιξα ένα φτάρνισμα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sneeze |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sneezes |
| αόριστος | sneezed |
| παθητική μετοχή | sneezed |
| ενεργητική μετοχή | sneezing |
sneeze (en)
- φταρνίζομαι
He has a cold and is sneezing non-stop.
- Είναι κρυωμένος και φταρνίζεται συνέχεια.