solicitor

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

solicitor < solicit

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

solicitor (en)

  1. δικηγόρος
  2. (στη Β. Αμερική) πλασιέ, κάποιος που προσπαθεί να επιτύχει πωλήσεις από πόρτα σε πόρτα