Μετάβαση στο περιεχόμενο

soufflante

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
soufflante soufflantes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

soufflante (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη souffler