Μετάβαση στο περιεχόμενο

spatialement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
spatialement < spatial

Επίρρημα

[επεξεργασία]

spatialement (fr)

  • σχετικά με τον χώρο, μιλώντας για τη θέση που καταλαμβάνει ένα αντικείμενο μέσα στο χώρο