spillo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spillo (it)

  1. καρφίτσα
  2. (μεταφορικά) κάτι μυτερό που τερματίζει σαν καρφίτσα, πχ τα τακούνια