steal the show
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]steal the show (en)
- (ιδιωματισμός, χωρίς παθητική φωνή) κλέβω την παράσταση, επισκιάζω με την εμφάνιση, με την παρουσία μου κάθε άλλον
The entire national team made a great showing, but the young goalkeeper stole the show.
- Όλη η εθνική ομάδα έκανε σπουδαία εμφάνιση, αλλά την παράσταση έκλεψε ο νεαρός τερματοφύλακας.