stew

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

stew (en)

  1. (μεταβατικό) μαγειρεύω (κάτι) στην κατσαρόλα σιγοβράζοντάς το
  2. βράζω (από τη ζέστη)
  3. βράζω (από ανησυχία, θυμό κλπ)