Μετάβαση στο περιεχόμενο

stimuli

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

stimuli (en)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]
ρήμα stimuli
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας stimulas stimulanta stimulata
αόριστος stimulis stimulinta stimulita
μέλλοντας stimulos stimulonta stimulota
υποθετική stimulus - -
προστακτική stimulu - -

stimuli (eo)