Μετάβαση στο περιεχόμενο

strangle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας strangle
γ΄ ενικό ενεστώτα strangles
αόριστος strangled
παθητική μετοχή strangled
ενεργητική μετοχή strangling

strangle (en)