Μετάβαση στο περιεχόμενο

stuttering

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία en

[επεξεργασία]

stuttering (en) < stutter +‎ -ing

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

stuttering (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

stuttering (en)

Επίθετο

[επεξεργασία]

stuttering (en)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]