Μετάβαση στο περιεχόμενο

subicio

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
subicio < sub + iacio

subicio

  1. βάζω κάτω από
  2. υποβάλλω
  3. υποτάσσω
  4. υποστηρίζω