Μετάβαση στο περιεχόμενο

subjectivité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
subjectivité subjectivités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

subjectivité (fr) θηλυκό