sultanina

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sultanina (it)

  1. (βοτανική) η σουλτανίνα, είδος αμπέλου
  2. (γαστρονομία) σουλτανίνα , η ξανθή σταφίδα που παράγεται από την παραπάνω ποικιλία σταφυλιών

Συνώνυμα[επεξεργασία]