superior

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

superior (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

superior (en)

  1. ο ανώτερος
  2. ο ηγούμενος



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

superior (es)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

superior (ro)

  1. ανώτερος