surenchère

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

surenchère < sur- + enchère

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
surenchère surenchères

surenchère (fr) θηλυκό

  1. μεγαλύτερη (από κάποιαν άλλη) προσφορά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]