Μετάβαση στο περιεχόμενο

surprotection

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
surprotection surprotections

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

surprotection (fr) θηλυκό