téragone

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

téragone < téra- + -gone

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
téragone téragones

téragone (fr) αρσενικό

  1. (γεωμετρία) πολύγωνο με μεγάλο αριθμό πλευρών