tad

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tad (en)

  1. λιγουλάκι
  2. (παρωχημένο) αγοράκι, μικρό αγόρι

Ουαλικά (cy) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tad (cy)