αγοράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγοράκι τα αγοράκια
      γενική
    αιτιατική το αγοράκι τα αγοράκια
     κλητική αγοράκι αγοράκια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοράκι < αγόρι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγοράκι ουδέτερο

  1. μικρό αγόρι
  2. χαϊδευτικό του αγόρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]