tchadien
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- tchadien < Tchad
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | tchadien | tchadiens |
| θηλυκό | tchadienne | tchadiennes |
tchadien (fr)
- σχετικός με το Τσαντ