tendril

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

tendril < μέση γαλλική tendrillon («οφθαλμός, βλαστός, χόνδρος»), ίσως ένα από τα υποκοριστικά του tendron («χόνδρος») < παλαιά γαλλική tendre («μαλακός, απαλός») Δείτε tender (επίθετο, ρήμα) < λατινική tendere («τεντώνω, επεκτείνω»)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɛn.dɹəl/ και /ˈtɛndrəl/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tendril (en) (πληθυντικός: tendrils)